Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Μερικές σκέψεις για τα Μουσικά Σχολεία


Μερικές σκέψεις..
Με επιτυχία διεξήχθη η γενική συνέλευση των προεδρείων των συλλόγων των γονέων μαθητών των μουσικών και καλλιτεχνικών σχολείων στην Κόρινθο. Οι σύνεδροι συζήτησαν τα παλιά και νέα προβλήματα των σχολείων και τοποθετήθηκαν. Ως γονέας μαθήτριας του Μουσικού Σχολείου Κορίνθου, θα ήθελα να εκφράσω μερικές σκέψεις για ένα ζήτημα που άκουσα να αναφέρεται συχνά, αυτό του κόστους των σχολείων.

Πρόκειται για ένα πραγματικό ζήτημα, που δικαίως καίει γονείς και εκπαιδευτικούς, που είναι αναγκασμένοι να υπερασπίζονται την ύπαρξη των σχολείων απέναντι σε Δήμους, το Υπουργείο, αλλά και τις τοπικές κοινωνίες σε κάποιο βαθμό, καθώς είναι πολλοί εκείνοι που βλέπουν τη μουσική και την τέχνη γενικότερα ως κάτι διακοσμητικό, που δεν έχει σχέση με την πραγματική ζωή, αλλά που αποτελεί μια αχρείαστη και ακριβή γαρνιτούρα στα ‘χρήσιμα’ μαθήματα θετικής ή θεωρητικής κατεύθυνσης. Μόνιμη επωδός εδώ στην Κόρινθο, είναι ότι τα παιδιά μας θέλουμε να γίνουν γιατροί  και δικηγόροι πρωτίστως, ενώ η μουσική ως κατεύθυνση ζωής, μόνο γέλια θα προκαλούσε. Η μουσική είναι καλή μόνο για να παίζεις κιθάρα με κανένα φίλο κάποιο σαβατοκύριακο, αλλά όχι για οτιδήποτε περισσότερο.

Επ’ αυτού του ζητήματος πήρα το λόγο στη συνέλευση και ανέφερα το παράδειγμα της μεγάλης εταιρείας PIXAR, αντιγράφοντας τα στοιχεία από το εξαιρετικό βιβλίο του Κεν Ρόμπινσον ‘Αλλη Λογική’. (Το παρουσιάζουμε σε παλιότερη ανάρτηση).

Η εν λόγω εταιρεία παραγωγής ταινιών κινουμένων σχεδίων, με λιγότερα από δέκα χρόνια ζωής, πνευματικό παιδί του μεγάλου απόντα Στιβ Τζομπς, έχει επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ από τα οποία έχει κερδίσει πέντε, ενώ ο κύκλος εργασιών της ξεπερνάει αυτή τη στιγμή τα πέντε δισεκατομύρια δολάρια. Όλα αυτά χωρίς καμιά επένδυση σε ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς, αλλά μόνο σε ανθρώπους με όραμα και ιδέες, ανθρώπους στους οποίους έχει προσφέρει μια καλοπληρωμένη δουλειά που αγαπούν και που τους κάνει υπερήφανους και ευτυχισμένους και σε προσωπικό επίπεδο. (Η PIXAR έχει ιδρύσει και δικό της κολέγιο, στο οποίο εκτός των άλλων, φοιτούν και οι περισσότεροι από τους εργαζόμενούς της, χωρίς καμιά διάκριση, από τα διευθυντικά στελέχη, μέχρι τις καθαρίστριες, με μεγάλο ενθουσιασμό, ένα κολέγιο που τροφοδοτεί συνεχώς με ιδέες και νέα πρόσωπα το δυναμικό της εταιρείας).

Η μουσική βιομηχανία είναι κομμάτι της ευρύτερης καλλιτεχνικής βιομηχανίας της Αμερικής, ενός τομέα δηλαδή που έχει αποτελέσει την αιχμή του δόρατος της πολιτιστικής κυριαρχίας της χώρας αυτής παγκοσμίως. Εκτός από την πνευματική κυριαρχία των αμερικάνικων προϊόντων για τα οποία πολλές φορές έχουν παραπονεθεί πολλοί, εταιρείες σαν την PIXAR φέρνουν συνεχώς δισεκατομύρια δολάρια στα ταμεία των ΗΠΑ και συνεχώς επίσης διευρύνουν και βαθαίνουν την έκταση της κυριαρχίας της χώρας σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πως μπορούμε να εκμεταλλευτούμε αυτή την πραγματικότητα στα δικά μας πράγματα;

Κάτι που επεσήμαναν σχεδόν όλοι οι σύνεδροι, ήταν το κόστος των σχολείων. Πράγματι, τα μουσικά σχολεία κοστίζουν περισσότερο από τα άλλα. Εμείς ως γονείς, διεκδικούμε τη συνέχιση και την καλυτέρευση της λειτουργίας των υφιστάμενων και τη δημιουργία νέων, προβάλλοντας (από ότι άκουσα και έχω ακούσει μέχρι τώρα) τα επιχειρήματα της έλλειψης παραβατικών συμπεριφορών και τη γενικότερη καλλιέργεια των παιδιών που φοιτούν σε αυτά. Κάποιος σύνεδρος είπε πολύ εύστοχα, ότι ένα παιδί που μαθαίνει μουσική, αν γίνει δικηγόρος, θα γίνει καλύτερος δικηγόρος από κάποιο άλλο που δεν έχει αυτή την εμπειρία, όπως και ένα γιατρός θα γίνει καλύτερος γιατρός, αλλά και ένας αγρότης θα γίνει καλύτερος αγρότης.

Συμφωνώ εκατό τοις εκατό με την προσέγγιση αυτή και επαυξάνω.  Ακόμη και μόνο για αυτό το λόγο, τα μουσικά σχολεία και γενικότερα η καλλιτεχνική εκπαίδευση δικαιώνει απόλυτα την ύπαρξή της. Δυστυχώς όμως, αυτό ως επιχείρημα είναι εξαιρετικά ασθενές απέναντι στη σκληρή γλώσσα της οικονομίας και του χρήματος και ειδικά στη σημερινή αμείλικτη πραγματικότητα. Το απόλυτα ακαταμάχητο αντεπιχείρημα, είναι ότι ‘καλά τα λέτε, συμφωνούμε απόλυτα, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχουμε τα χρήματα για κάτι τέτοιο. Περιμένετε να ανακάμψει η ‘πραγματική’ οικονομία και μετά θα έχουμε χρήματα και για τέτοιες διακοσμητικές ενέργειες’.

Θεωρώ λοιπόν, ότι θα πρέπει στην επιχειρηματολογία μας απέναντι στη θεωρία της ‘διακοσμητικής’ τέχνης, να εντάξουμε τα στοιχεία από τα οικονομικά και στρατηγικά αποτελέσματα της καλλιτεχνικής βιομηχανίας της Αμερικής πρωτίστως, αλλά και άλλων χωρών.

Η καλλιτεχνική δημιουργία στην Ελλάδα υπήρξε πάντα εσωστρεφής, υποτονική και κρατικοδίαιτη. Οι καλλιτέχνες μας, σε όλες ανεξαιρέτως τις μορφές τέχνης, ομφαλοσκοπούσαν και δυστυχώς συνεχίζουν να ομφαλοσκοπούν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που δεν φτάνουν για να ανατρέψουν αυτό τον κανόνα.

Τα μουσικά και τα καλλιτεχνικά σχολεία, μπορούν να γίνουν η δική μας αιχμή του δόρατος για μια νέα αντίληψη της τέχνης ως φορέα της δικής μας, ιδιαίτερης φωνής, του δικού μας οράματος που θα πρέπει να ξεπεράσει τα εθνικά όρια και να απευθυνθεί σε ολόκληρο τον κόσμο.

Διαθέτουμε ένα ασύγκριτο πλεονέκτημα απέναντι σε όλες τις άλλες χώρες, αυτό της ιστορίας μας, που αποτελεί μια ‘δωρεάν διαφήμιση’, ένα διαβατήριο, που μας εξασφαλίζει μια κατ’ αρχήν ευνοϊκή διάθεση απέναντι σε οτιδήποτε έχουμε να προτείνουμε ως χώρα και ως λαός σε όλο τον κόσμο.

Αυτό που θέλει από εμάς ο κόσμος, είναι τραγούδια, θεατρικά έργα, κινηματογράφος, λογοτεχνία, χορός, που να βλέπουν προς τα έξω και μπροστά, το αντίθετο δηλαδή από ότι γίνεται μέχρι σήμερα με τα σκυλάδικα, με τα θεατρικά και κινηματογραφικά έργα που αφορούν τη γειτονιά μας ή την πολυκατοικία μας, με εικαστικές δημιουργίες που δεν είχαν και δεν μπορούν να έχουν καμιά τύχη εκτός συνόρων. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι τέχνη με παγκόσμιο όραμα και όχι με την εσωστρέφεια της τέχνης για την τέχνη.

Κάποιος σύνεδρος έκανε την παρατήρηση ότι δεν θα πρέπει να μιλάμε για βιομηχανία όταν πρόκειται για τέχνη, αλλά μόνο για έκφραση και δημιουργικότητα και εν τέλει πολιτικό λόγο. Το τελευταίο νομίζω ότι είναι εξαιρετικά άστοχο, προέρχεται από την μακρά και παντελώς αποτυχημένη παράδοση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, μια σκοταδιστική περίοδο της τέχνης, που κατάφερε μεταξύ άλλων να σβήσει εντελώς μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες (τη σημαντικότερη κατά τη δική μου γνώμη) σχολές της λογοτεχνίας, αυτή της Ρωσίας. Όταν η τέχνη υιοθετείται ως όργανο προπαγάνδας από τους πολιτικούς σχηματισμούς κάθε είδους, νεκρώνεται με συνοπτικές διαδικασίες. Αυτό δείχνει η εμπειρία και η διεθνής πραγματικότητα.

Φυσικά και μιλάμε για βιομηχανία της τέχνης, καθώς τα οικονομικά μεγέθη που την αφορούν ξεπερνούν σε ύψος τις περισσότερες βιομηχανίες οποιουδήποτε άλλου είδους. Εμείς οι Έλληνες, αγοράζουμε συνεχώς πολιτιστικά προϊόντα αυτών των βιομηχανιών. Γιατί δεν θα πρέπει να τους πουλήσουμε τα δικά μας;

Θα στενοχωρηθεί κανείς αν ένα από τα παιδιά – αποφοίτους κάποιου μουσικού σχολείου κάνει ένα άλμπουμ με την παρέα του και το πουλήσει σε είκοσι, ή πενήντα εκατομύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο; Θα μας στεναχωρούσε αν βλέπαμε κάθε χρόνο μια ταινία μας να διεκδικεί κάποιο Όσκαρ και να το κερδίζει μερικές φορές (και όχι να περιλαμβάνεται στη λίστα ως γλάστρα, όπως έγινε με την ταινία Κυνόδοντας); Θα μας στεναχωρούσε αν έγραφε κάποιος ένα βιβλίο σαν το Χάρυ Πότερ και αυτό μεταφραζόταν και κυκλοφορούσε σε ολόκληρο τον κόσμο; Θα ήταν κακό να κάνουμε ένα σήριαλ και να το πουλήσουμε σε όλο τον κόσμο, την ίδια στιγμή που αγοράζουμε καμιά δεκαριά Τουρκικά σήριαλ και τα προβάλλουμε στις ώρες της υψηλότερης τηλεθέασης; Θα μας στενοχωρούσε το συνάλλαγμα που θα κερδίζαμε μαζί με την αντίστοιχη πολιτιστική επιρροή που θα συνεπάγονταν όλα αυτά, ή οι θέσεις εργασίας που θα εξασφάλιζαν, αντίστοιχες πολλών βιομηχανιών; Μέχρι τώρα απολαμβάνουμε τις τιμές και τη δημοσιότητα μόλις πετύχουμε κάτι τέτοιο, αλλά αρνούμαστε να εντάξουμε τη λογική της συστηματικής διεκδίκησης ενός τέτοιου ρόλου, μιας τέτοιας κατεύθυνσης, με το επιχείρημα ότι η τέχνη δεν μπορεί να εμπορευματοποιείται, ή να υπακούει στα κελεύσματα της αγοράς, την ίδια στιγμή που πληρώνουμε αδρότατα σε χρήματα και άλλα ανταλλάγματα την εισαγωγή ξένων πολιτιστικών προϊόντων κάθε είδους, κατάσταση για την οποία πολλές φορές παραπονιόμαστε!

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι ανάγκη να υποστηρίξουμε την καλλιτεχνική παιδεία και την εξωστρέφεια ως κατεύθυνση αυτής της παιδείας, καθώς η τέχνη ως βιομηχανία απαιτεί ελάχιστη στην πραγματικότητα επένδυση, σε σχέση με την ανταποδοτικότητά της, που δεν περιορίζεται στην οικονομία. Αυτό είναι και το σοβαρότερο επιχείρημα απέναντι στη μιζέρια της πολιτείας μας, που θα πρέπει να δει ότι ενισχύοντας την τέχνη, μπορεί να αποκτήσουμε ένα ισχυρότατο όπλο ενίσχυσης τόσο της οικονομίας μας, όσο και της πολιτιστικής και πολιτισμικής μας επιρροής διεθνώς, με όσα αυτά τα δύο συνεπάγονται. Αντί να παρακαλάμε για πόρους δηλαδή, να απαιτούμε την ενίσχυση των σχολείων μας, ως τομέα που στο άμεσο μέλλον μπορεί να μας αποδώσει πολλαπλάσια οφέλη και μια αναπάντεχη, όσο και δημιουργική λύση στο μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου